marxoudi_web1ekfrasi_logolhs_logo

 

Ευρωπαϊκοί Θεσμοί και Αριστερές Εθνικές Πολιτικές

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) μπορεί να υπονομεύσει ή να εξουδετερώσει πλήρως οποιαδήποτε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μιας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης. Μπορεί, δηλαδή, να μπλοκάρει οποιαδήποτε πολιτική στοχεύει στην ανάπτυξη και στη μείωση της ανεργίας, αν θεωρήσει ότι αυτή αποσταθεροποιεί το σύστημα.

Πώς μπορεί η ΕΚΤ να ακυρώσει μια επεκτατική πολιτική; Αν μια κυβέρνηση αυξήσει τις δαπάνες της για να τονώσει την αγορά, η ΕΚΤ αυξάνει τα επιτόκια, ακριβαίνοντας έτσι το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, γεγονός που «παγώνει» την οικονομική δραστηριότητα. Μπορεί, επίσης, να μειώσει την αγορά κρατικών ομολόγων (ποσοτική σύσφιξη). Τι σημαίνει αυτό; Όταν μια Κεντρική Τράπεζα αγοράζει κρατικά ομόλογα, διοχετεύει χρήμα στην οικονομία. Αν, αντίθετα, μειώσει τις ποσότητες που αγοράζει ή αν τα βγάλει προς πώληση, αυτό σημαίνει ότι αποσύρει ρευστότητα, μειώνοντας το διαθέσιμο χρήμα στην οικονομία.

Οι κανόνες της ΕΚΤ επιβάλλουν στις ελληνικές τράπεζες αυστηρά κριτήρια κινδύνου (με απλά λόγια: «προσέξτε πού δανείζετε»). Το αποτέλεσμα είναι η χρηματοδότηση να κατευθύνεται αποκλειστικά σε μεγάλους μονοπωλιακούς ομίλους (π.χ. ενέργεια, μεγάλος τουρισμός, ναυτιλία) που θεωρούνται «ασφαλείς». Έτσι, αποκλείεται η μικρομεσαία παραγωγή και ενισχύεται η συγκέντρωση του κεφαλαίου.

Επιπλέον, η εκταμίευση των δόσεων από τα ευρωπαϊκά κονδύλια είναι άρρηκτα δεμένη με την απαίτηση για αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας. Αυτό σχετίζεται κυρίως με την ελαστικοποίηση των ωραρίων, τις συλλογικές συμβάσεις και το μισθολογικό κόστος.

Κάθε κόμμα που δεσμεύεται να κυβερνήσει εντός του πλαισίου της Ευρωζώνης, του Συμφώνου Σταθερότητας και των κανόνων της ΕΚΤ, είναι αναγκασμένο να εφαρμόσει αυτές τις πολιτικές. Έτσι, οι υποσχέσεις των ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα για οικονομική ανακούφιση των πολιτών, δεν μπορούν να έχουν καμία τύχη. Και το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι: Είναι δυνατόν να μην το γνωρίζουν; Το ΠΑΣΟΚ και το νέο κόμμα του Τσίπρα κάνουν διακηρύξεις χωρίς αντίκρισμα.

Η ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ένωση λειτούργησε υπέρ του μονοπωλιακού κεφαλαίου του ευρωπαϊκού πυρήνα. Τελεία και παύλα. Αποτελεί, όμως, μέγιστη ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι έξω από αυτήν υπάρχει δυνατότητα οικονομικής ανάπτυξης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, τι θα σήμαινε μια έξοδος από την Ευρωζώνη, η οποία στα σίγουρα δεν θα γινόταν με φιλικό τρόπο; Θα την τσάκιζαν άμεσα. Υπάρχουν ένα σωρό τρόποι με τους οποίους μπορούν να στραγγαλίσουν την ελληνική οικονομία, κάτι που φάνηκε ξεκάθαρα και με το κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών το 2015.

Το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ (2015-2019) απέδειξε ιστορικά ότι δεν μπορείς να κάνεις βήμα χωρίς την έγκριση των Θεσμών. Παρά τις αρχικές διακηρύξεις για κατάργηση της λιτότητας, όταν τους έκλεισαν τις στρόφιγγες, τους ανάγκασαν να υπογράψουν το 3ο μνημόνιο, να μειώσουν τις συντάξεις, να διευκολύνουν τις ιδιωτικοποιήσεις και να περιορίσουν το δικαίωμα της απεργίας. Ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε εντελώς παροπλισμένος, διότι εγκατέλειψε το πολιτικό του πρόγραμμα, το οποίο προέβλεπε σύγκρουση με το ευρωπαϊκό κεφάλαιο. Το αρχικό αυτό πρόγραμμα περιελάμβανε τη μέθοδο για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση (π.χ. πανευρωπαϊκό Συνέδριο της Αριστεράς για ακύρωση του χρέους, εθνικοποιήσεις τραπεζών κ.λπ.), δηλαδή προέβλεπε ρήξη με το σύστημα, η οποία όμως δεν εφαρμόστηκε.

Θα ήταν μια τέτοια σύγκρουση εύκολη υπόθεση; Όχι, δεν θα ήταν. Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο για την Αριστερά στην εξουσία σε καιρό κρίσης. Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: είτε σύγκρουση με όλες τις δυσκολίες της, είτε συνολική καταστροφή. Παραφράζοντας τον Μαρξ, ο οποίος στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο γράφει ότι: «Η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι παρά η ιστορία της πάλης των τάξεων που κατέληγε είτε σε επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας γενικά, είτε σε από κοινού καταστροφή των ανταγωνιζόμενων τάξεων».

Ας δούμε ποιες είναι οι συγκεκριμένες προτάσεις του ΠΑΣΟΚ (π.χ. για πιλοτική 4ήμερη εργασία 32-35 ωρών χωρίς μείωση μισθού) ή οι «7 δεσμεύσεις προοδευτικής διακυβέρνησης» του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα. Είναι δυνατόν στο ΠΑΣΟΚ να πιστεύουν ότι μπορούν να εφαρμόσουν αυτό το πρόγραμμα χωρίς την έγκριση των Θεσμών και του Ευρωπαϊκού Κεφαλαίου; Και είναι δυνατόν, στις σημερινές συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, οι Θεσμοί να έδιναν την έγκρισή τους για κάτι τέτοιο; Και όμως, το λένε.

Ας εξετάσουμε τις επτά δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ:

Ο Τσίπρας ισχυρίζεται ότι έμαθε πολλά από την πρώτη του θητεία. Δεν μπορούμε να το αμφισβητήσουμε αυτό, τουλάχιστον στο πώς να εκφράζεται ώστε να μην μπορούν να του πουν ότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα έκανε. Έτσι, αναδεικνύονται πρωταθλητές στην ασάφεια: «ισχυρή ασπίδα απέναντι στην ακρίβεια», «διασφάλιση της διαφάνειας», «ενίσχυση των θεσμών χωρίς σκιές», «προστασία της δημοκρατίας της καθημερινότητας», «προώθηση ενός οικονομικού μοντέλου που διανέμει δίκαια τον πλούτο και μειώνει τις κοινωνικές ανισότητες».

Αν το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και ο ΣΥΡΙΖΑ του Τσίπρα είχαν δώσει ελπίδες με προγράμματα που δεν είχαν δοκιμαστεί, σήμερα όλα όσα υπόσχονται είναι ήδη δοκιμασμένα, και μάλιστα σε χειρότερη εκδοχή από τα αρχικά.

Στις δύσκολες εποχές που ζούμε για το κίνημα, είναι τελικά δυνατόν τα μέλη αυτών των κομμάτων να μην μπορούν να αφήσουν το δικό τους στίγμα στην πολιτική τους;

Σωτήρης Βλάχος

24 Αυγούστου 2026