ΑΚΕΛ και μαρξισμός-λενινισμός
Στο 24ο Τακτικό Παγκύπριο Συνέδριο του ΑΚΕΛ, που πραγματοποιήθηκε στις 20-22/7/2025, υιοθετήθηκε το προσυνεδριακό κείμενο με τίτλο «Θέσεις της Κ.Ε. ΑΚΕΛ προς το 24ο Συνέδριο». Σε αυτό το κείμενο παρατίθεται η ιδεολογία και η φυσιογνωμία του Κόμματος, που όπως γράφει «το ΑΚΕΛ είναι ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα που καλύπτει και εκφράζει τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς» και ότι «καθοδηγείται από την κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, η οποία βρίσκει διαλεκτικά το περιεχόμενό της μέσα στις συνθήκες της εποχής και της χώρας μας». Επίσης, γίνεται αναφορά στο σοσιαλιστικό όραμα και παραπέμπει στο κείμενο με τίτλο «Η δική μας αντίληψη για τον σοσιαλισμό».
Πόσο όμως συνάδουν αυτές οι αντιλήψεις με τον μαρξισμό-λενινισμό; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε αυτό το καίριο ερώτημα, ρίχνοντας αρχικά μια ματιά στη σκέψη του Μαρξ και του Ένγκελς.
***
Το πρώτο συνέδριο της «Ένωσης των Κομμουνιστών» πραγματοποιήθηκε όπως γράφει ο Ένγκελς τον Ιούνιο του 1847, σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών διεργασιών και ζύμωσης ιδεών. Σε κείνο το συνέδριο είχε ανατεθεί στην Κεντρική Επιτροπή της Ένωσης το καθήκον της συγγραφής του προγράμματος που θα δινόταν στο κοινό. Αλλά το κείμενο που γράφτηκε και στάλθηκε στις οργανώσεις μέλη της Ένωσης για συζήτηση ήταν επηρεασμένο από τις ιδέες του ουτοπικού σοσιαλισμού και δεν ικανοποίησε ούτε τον Μαρξ, ούτε τον Ένγκελς. Ακολούθως έγιναν κάποιες βελτιώσεις και το κείμενο συζητήθηκε εκ νέου στη συνεδρίαση της παρισινής οργάνωσης που πραγματοποιήθηκε στις 22 Οκτωβρίου το 1847. Μετά από την αυστηρή κριτική που άσκησε και πάλι ο Ένγκελς, το κείμενο απορρίφθηκε ξανά και ανατέθηκε στον ίδιο η ετοιμασία νέου κειμένου. Το νέο κείμενο είναι αυτό που γνωρίζουμε ως «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» [i].
Στον πρόλογο που ο Ένγκελς έγραψε για την αγγλική έκδοση του Μανιφέστου το 1888, γράφει τα εξής:
«η ιστορία του Μανιφέστου αντικαθρεφτίζει σε μεγάλο βαθμό την ιστορία του σύγχρονου εργατικού κινήματος. Στην εποχή μας είναι αναμφίβολα το πιο πλατιά διαδομένο έργο, με τη μεγαλύτερη διεθνή προβολή από ολόκληρη τη σοσιαλιστική φιλολογία, ένα κοινό πρόγραμμα αναγνωρισμένο από εκατομμύρια εργάτες, από τη Σιβηρία ως την Καλιφόρνια.
Κι όμως, όταν γράφτηκε, δεν θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε σοσιαλιστικό Μανιφέστο. Στα 1847, ως σοσιαλιστές εννοούσαν από τη μια τους οπαδούς των διάφορων ουτοπικών συστημάτων… Έτσι, το 1847, ο σοσιαλισμός ήταν μια κίνηση της μεσαίας τάξης κι ο κουμμουνισμός της εργατικής τάξης. Ο σοσιαλισμός ήταν, τουλάχιστον στην ηπειρωτική Ευρώπη, «για τα σαλόνια»· ο κομμουνισμός ήταν ακριβώς το αντίθετο. Κι επειδή είχαμε από την αρχή την άποψη πως η «χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης», δεν μπορούσε να υπάρχει καμιά αμφιβολία ποιο από τα δύο ονόματα έπρεπε να διαλέξουμε. Κι ακόμα περισσότερο, από τότε δεν μας πέρασε ποτέ από τον νου να το απαρνηθούμε» [ii].
Ο Ένγκελς αναφέρεται σε ιστορία του Μανιφέστου επειδή αυτό αποτελεί το απόσταγμα της γνώσης που αποκτήθηκε, τόσο από τον ίδιο όσο και από τον Μαρξ, μέσα από τη μελέτη της ιστορικής πορείας των κοινωνιών με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Γι’ αυτό και το περιεχόμενό του διαπνέεται από την κατανόηση των διεργασιών που ανέδειξαν τον καπιταλισμό σε κοινωνικό σύστημα, αλλά και από
τη βαθιά κατανόηση της ταξικής του φύσης.
Η ουσία του Κομμουνιστικού Μανιφέστου βρίσκεται στο ότι η «χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο της ίδιας της εργατικής τάξης» και στο ότι αυτή αντανακλάται, όχι μόνο στον τίτλο, αλλά σε όλο το περιεχόμενό του. Για τους συγγραφείς του, δεν ήταν ένα σύγγραμμα – ήταν ένα κοφτερό εργαλείο ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης και πολιτικής κατεύθυνσης της εργατικής τάξης. Από τότε μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά, και μάλιστα σε κλίμακα μεγάλη· όμως η ουσία του εξακολουθεί να παραμένει μέχρι σήμερα τόσο αναλλοίωτη, όσο και πριν. Όπως γράφει ο Ένγκελς,
όσο και αν άλλαξαν οι συνθήκες στα τελευταία 25 χρόνια, οι γενικές αρχές που αναπτύχθηκαν σε αυτό το Μανιφέστο διατηρούν σε γενικές γραμμές, ακόμα και σήμερα, όλη τους την ορθότητα [iii].
Εμείς, οι σημερινοί κομμουνιστές, λέμε πως από τότε πέρασαν άλλα 137 χρόνια και πως οι συνθήκες έχουν αλλάξει σε απίστευτα επίπεδα, η ίδια η κοινωνία έχει στο σύνολό της αλλάξει, αλλά οι αρχές που αναπτύχθηκαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο διατηρούν σε γενικές γραμμές όλη τους την ορθότητα, ακόμα και σήμερα. Και τη διατηρούν, παρόλες τις τόσο σημαντικές προόδους που έχουν από τότε σημειωθεί, για έναν απλό λόγο: οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής -που διέπουν τη λειτουργία της κοινωνίας και καθορίζουν τις σχέσεις των ανθρώπων- εξακολουθούν να είναι κυρίαρχες και να αποτελούν την καρδιά της αστικής ιδεολογίας. Στον αντίποδά της βρίσκεται η κομμουνιστική ιδεολογία· όπως διαβάζουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, «ο κομμουνισμός είναι η διδασκαλία για τους όρους απελευθέρωσης του προλεταριάτου» (σ. 111). Η κάθε μια από αυτές εκφράζει διαφορετικά ταξικά συμφέροντα, γι’ αυτό και η σχέση τους είναι συγκρουσιακή.
Μέσα από τη διδασκαλία της αστικής ιδεολογίας επιδιώκεται η διατήρηση της κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης· μέσα από την κομμουνιστική επιδιώκεται η ανατροπή της αστικής τάξης και η κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Ο καπιταλισμός είναι αυτό που πεθαίνει και ο κομμουνισμός αυτό που γεννιέται. Κι επειδή το νέο γεννιέται μέσα στο παλιό, η διαδικασία προς τη γέννα είναι επώδυνη κι ακόμα πιο επώδυνη η ώρα της γέννας. Οι κομμουνιστές πολύ θα ήθελαν τη γέννα ανώδυνη, το πέρασμα από το ένα κοινωνικό σύστημα στο άλλο να είναι μια ειρηνική διαδικασία, αλλά δεν είναι στη θέλησή τους. Στο ερώτημα αν η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας είναι δυνατή με ειρηνικά μέσα ή όχι, ο Ένγκελς απάντησε ως εξής:
«Θα θέλαμε να ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο, και οι κομμουνιστές θα ήταν δίχως άλλο οι τελευταίοι που θα είχαν αντίρρηση. Οι κομμουνιστές ξέρουν πολύ καλά, πως όλες οι συνομωσίες δεν είναι μόνο άσκοπες αλλά και βλαβερές. Ξέρουν καλά, πως οι επαναστάσεις δεν γίνονται αυθαίρετα και με διαταγές, μα παντού και σε κάθε εποχή ήταν η αναγκαία συνέπεια περιστάσεων, ολότελα ανεξάρτητων από τη θέληση και την καθοδήγηση ξεχωριστών κομμάτων ή και ολόκληρων τάξεων. Βλέπουν όμως ακόμα, πως η ανάπτυξη του προλεταριάτου σε όλες σχεδόν τις πολιτισμένες χώρες καταστέλλεται βίαια και πως με αυτόν τον τρόπο εκείνοι που εργάζονται με όλες τους τις δυνάμεις για την επανάσταση είναι οι αντίπαλοι των κομμουνιστών. Αν τελικά όλα αυτά σπρώξουν το καταπιεζόμενο προλεταριάτο σε επανάσταση, τότε εμείς οι κομουνιστές θα υπερασπιστούμε την υπόθεση του προλεταριάτου τόσο καλά στην πράξη όσο και τώρα με τα λόγια»[iv].
Οι κομμουνιστές λοιπόν ξέρουν πολύ καλά πως οι επαναστάσεις δεν γίνονται αυθαίρετα και με διαταγές, πως αυτές αναπτύσσονται μέσα στις διαμορφωνόμενες αντικειμενικές συνθήκες, και πως όταν το προλεταριάτο σπρωχτεί από τις εφαρμοζόμενες πολιτικές της αστικής τάξης προς την επανάσταση, τότε οι κομμουνιστές στέκονται και στην πράξη στο πλευρό της εργατικής τάξης και όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας. Αλλά μέχρι τότε, αναπτύσσουν ένα πρόγραμμα συνδικαλιστικών διεκδικήσεων, που οδηγούν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και γενικά του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, και το συνδέουν με πολιτικές διεκδικήσεις. Όμως, και τα δύο αυτά στοιχεία είναι εστιασμένα στην προετοιμασία της εργατικής τάξης να αντιληφθεί τον κοινωνικό της ρόλο, ο οποίος δεν είναι η παραγωγή πλούτου προς όφελος της αστικής τάξης, η οποία έχει προ πολλού χάσει κάθε προοδευτικό στοιχείο κι έχει μετατραπεί σε απόλυτο εμπόδιο για την περεταίρω κοινωνική πρόοδο.
Η αντίληψη της ηγεσίας του ΑΚΕΛ για τον σοσιαλισμό
Σε ένα από τα κεφάλαια του κειμένου «Θέσεις της Κ.Ε. ΑΚΕΛ προς το 24ο Συνέδριο» [v] παρατίθεται η αντίληψη της ηγεσίας του Κόμματος για τον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με αυτό,
«ο σοσιαλισμός είναι αναγκαίος, επίκουρος και εφικτός, γιατί μπορεί να απελευθερώσει τις πραγματικές δυνατότητες της ανθρωπότητας προς όφελος όλων των ανθρώπων. Το ΑΚΕΛ έχει επεξεργαστεί τη Δική του Αντίληψη για τον Σοσιαλισμό, στην οποία η δημοκρατία και τα δικαιώματα του ανθρώπου κατέχουν κεντρική θέση».
Η διαπίστωση για την αναγκαιότητα του σοσιαλισμού είναι σωστή, αλλά η ορθότητά της φαίνεται να μην συνάδει με την αντίληψη της ηγεσίας του Κόμματος, που όταν αναφέρεται στα δικαιώματα του ανθρώπου μιλά γενικά κι αφηρημένα, αφαιρώντας κάθε ταξικό στοιχείο ώστε να υπάρχουν τα περιθώρια για δικαιολόγηση της
Οι συμμαχίες και οι συνεργασίες είναι καταρχήν μέθοδες τακτικής, που δεν μπορούν να θεωρηθούν λανθασμένες και να απορριφθούν συλλήβδην. Το λάθος βρίσκεται στο ότι αυτές ανάγονται σε στρατηγική του Κόμματος, ακολουθούμενη από πολιτικές τακτικισμού. Μπροστά στον επιδιωκόμενο στόχο για επίτευξη συμμαχιών και συνεργασιών με άλλες δυνάμεις, η βάση αρχών προσαρμόζεται με τρόπο ώστε να επιτρέπει την επιτυχία του στόχου.
Αυτή η πολιτική είναι η μετεξέλιξη της εξίσου λανθασμένης πολιτικής των συνεργασιών με την προοδευτική δεξιά, που η ηγεσία ακολουθούσε από την ίδρυση του Κόμματος το 1941. Με την αντικατάσταση της προοδευτικής δεξιάς με το «άλλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις» διευρύνεται ο ορίζοντας των συνεργασιών και αφήνονται περιθώρια για περισσότερους ελιγμούς στην άσκηση της πολιτικής από μέρους της ηγεσίας. Εναρμονισμένη με αυτή τη λογική, που στις σημερινές αντικειμενικές συνθήκες θα είναι για το Κόμμα αναποτελεσματική, είναι και η θέση της πως
«το ΑΚΕΛ είναι ένα σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα που καλύπτει και εκφράζει τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς».
Τώρα, το ποιος είναι αυτός ο «ευρύτερος χώρος της Αριστεράς» παραμένει αδιευκρίνιστο. Πάντως, η αναφορά σε σύγχρονο κομμουνιστικό κόμμα αποτελεί το ιδεολογικό περίβλημα για τη δικαιολόγηση της πολιτικής που ακολουθείται και σχετίζεται άμεσα με την υιοθέτηση της αναφερθείσας πιο πάνω «στρατηγικής των συμμαχιών και των συνεργασιών με άλλες πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις». Αυτή η στρατηγική ενισχύεται και με το ότι το Κόμμα
«καθοδηγείται από την κοσμοθεωρία του μαρξισμού-λενινισμού, η οποία βρίσκει διαλεκτικά το περιεχόμενό της μέσα στις συνθήκες της εποχής και της χώρας μας».
Όλα αυτά είναι προϊόντα μιας λανθασμένης κατανόησης της μαρξιστικής επιστημονικής μεθοδολογίας, η οποία αναπτύχθηκε από τον Μαρξ και τον Ένγκελς, ακολουθήθηκε από τον Λένιν και τον Τρότσκι και βασίζεται στον ιστορικό υλισμό. Πέρα από το ότι είναι το εργαλείο για την κατανόηση της κίνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι και η θεωρία που εξοπλίζει την εργατική τάξη ιδεολογικά για να την καταστίσει ικανή να διεξαγάγει αποτελεσματικά τον αγώνα για την απαλλαγή της από τα δεσμά του καπιταλισμού. Γι’ αυτό και ΔΕΝ είναι δυνατό να «βρίσκει διαλεκτικά το περιεχόμενό της μέσα στις συνθήκες της εποχής και της χώρας μας». Αυτή η δυσνόητη θεώρηση -με την οποία φτιάχνεται το θεωρητικό υπόβαθρο της ακολουθούμενης από την ηγεσία του Κόμματος πολιτικής- είναι συνταγή για τη διατήρηση της κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εργατική τάξη και τον αγώνα της.
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και από το πώς η ηγεσία του Κόμματος αντιλαμβάνεται τον ρόλο του κράτους. Όπως γράφει,
«Το σοσιαλιστικό κράτος δικαίου στο οποίο προσβλέπουμε είναι ασυμβίβαστο με τη δικτατορία οποιασδήποτε τάξης. Ακόμα και στον σοσιαλισμό τα συμφέροντα των διάφορων τμημάτων του λαού θα είναι ποικίλα και διαφορετικά και αυτό ακριβώς επιβάλλει την ελευθερία λειτουργίας διαφόρων κινημάτων, ενώσεων ή κομμάτων. Την αναγκαιότητα ύπαρξης κομμάτων την καταδεικνύουν και οι διαδικασίες πολιτικής και ιδεολογικής διαφοροποίησης που συντελούνται στον κόσμο. Πέρα από αυτό ο διαχωρισμός των εξουσιών παρέχει την απαραίτητη ισορροπία στη διακυβέρνηση του κράτους, την εγγύηση της ύπαρξης ελέγχου και αποφυγής σφετερισμού της εξουσίας. Αλλά ο διαχωρισμός είναι ανέφικτος έξω από την ελεύθερη λειτουργία των κομμάτων. Τα κόμματα με τη σειρά τους αποτελούν τη βασική μορφή εμπλοκής του ατόμου στις πολιτικές διαδικασίες. Χωρίς τα κόμματα η συμμετοχή των πολιτών στις υποθέσεις του σοσιαλιστικού κράτους και της κοινωνίας θα αντιμετωπίζει δυσκολίες με αποτέλεσμα την αποξένωση και την παρακμή»[vi].
Η υιοθέτηση της ιδέας περί σοσιαλιστικού κράτους δικαίου και η απάρνηση της δικτατορίας οποιασδήποτε τάξης σημαίνουν στη ζωντανή λειτουργία της κοινωνίας τη συνέχιση της δικτατορίας της αστικής τάξης, που έχει μάλιστα φτάσει στο ψηλότερο ιμπεριαλιστικό της επίπεδο και οδηγεί ξανά την κοινωνία προς νέες μεγάλης για την ώρα κλίμακας καταστροφές δια των πολέμων.
Επίσης, το σκεφτικό που αναπτύσσεται γύρω από την ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων, την αναγκαιότητα ύπαρξης κομμάτων, τον διαχωρισμό των εξουσιών, την απαραίτητη ισορροπία στη διακυβέρνηση του κράτους, την εγγύηση της ύπαρξης ελέγχου και της αποφυγής σφετερισμού της εξουσίας, όλο αυτό το σκεφτικό καταδεικνύει εμφατικά την αποδοχή της λειτουργίας του καπιταλισμού. Με την επικαλούμενη απαραίτητη ισορροπία, η κατάσταση δεν σώζεται με τίποτα. Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η μορφή λειτουργίας που προσδίδεται στο σοσιαλιστικό κράτος.
Αυτή όμως η αντίληψη δεν έχει καμιά σχέση με τον διαλεκτικό υλισμό του Μαρξ και του Ένγκελς, είναι μηχανιστική και εμπειρική, γι’ αυτό και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η λενινιστική αντίληψη για τον σοσιαλισμό αποτελεί την πιο σημαντική πηγή της σύγχρονης διαλεκτικής θεώρησης για τον σοσιαλισμό». Αλλά δεν υπάρχει παλιά και σύγχρονη λενινιστική αντίληψη. Επίσης, με την αναφορά σε σύγχρονη διαλεκτική θεώρηση επιδιώκεται εκσυγχρονισμός των ιδεών, υπονοώντας βέβαια πως
αυτές έχουν παλιώσει. Όμως ο Λένιν, ασχολούμενος με αυτό το ζήτημα το 1917, έγραψε:
«Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας είναι πριν απ’ όλα να αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ για το κράτος…
Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος εμφανίζεται εκεί, τότε και εφόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα: η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες»[vii].
Το ότι ο Λένιν ασχολήθηκε με το ζήτημα του κράτους, εν μέσω μάλιστα των επαναστατικών εξελίξεων, δείχνει την τεράστια σημασία που έχει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τους ηγέτες του εργατικού κινήματος. Αυτή η αντίληψη αντιστράφηκε από την ηγεσία του ΑΚΕΛ για να ταιριάξει με τις δικές της αντιλήψεις και πολιτικές που καταλήγουν στο ότι
«το ΑΚΕΛ δεν διεκδικεί το μονοπώλιο της εξουσίας, αποδέχεται τη δημοκρατική εναλλαγή της, καθώς και οποιεσδήποτε αλλαγές στο σύνταγμα ή το πολίτευμα που θα αποτελούν προϊόν της κυρίαρχης θέλησης του λαού, όπως αυτή θα εκφράζεται μέσα από αδιάβλητες δημοκρατικές διαδικασίες»[viii].
Αναντίρρητα, οι συλλογισμοί της ηγεσίας του ΑΚΕΛ φέρουν τη σφραγίδα της σύγχυσης που προκλήθηκε από τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, που αποτελούσε το είδωλο της εκάστοτε ηγεσίας και που το παρουσίαζε ως το όραμα που θα κατακτιόταν σ’ ένα απροσδιόριστο μέλλον. Εκφράζουν όμως και την απώλεια της όποιας πίστης είχε η σημερινή ηγεσία προς τις κομμουνιστικές ιδέες.
***
Η πολιτική και ιδεολογική προσέγγιση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ φαινόταν από ανέκαθεν λογικοφανής επειδή το επέτρεπαν οι αντικειμενικές συνθήκες και η επικράτηση της σταλινικής θεωρίας, που αποτέλεσε και το θεμέλιο της πολιτική της. Όμως αυτό το υπόβαθρο δεν υπάρχει πια.
Οι σημερινές αντικειμενικές συνθήκες διαμορφώνονται στο έδαφος των δονήσεων που προκαλούν τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η καπιταλιστική αγορά και γενικότερα ο καπιταλισμός σαν σύστημα. Αυτές προκαλούν μεταξύ άλλων διαφωνίες και ρήγματα στις γραμμές της αστικής τάξης και του ηγεμονικού αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η δε γενική τάση που αναπτύσσεται είναι εμφανώς προς την κατεύθυνση των πολεμικών συγκρούσεων και στην προετοιμασία παγκόσμιας σύγκρουσης. Για την άρχουσα τάξη η μέθοδος του πολέμου είναι το μέσον επίλυσης των μεταξύ τους διαφορών, αλλά και της καθυπόταξης της εργατικής τάξης.
Μέσα στην πορεία των γεγονότων, που διαμορφώνονται και διαμορφώνουν τη σημερινή κατάσταση, η λογικοφάνεια της πολιτικής και ιδεολογικής προσέγγισης της ηγεσίας του ΑΚΕΛ θα αρχίσει να εκτίθεται. Αν δεν αλλάξει ρότα, θα συνεχίσει να σύρεται πίσω από τις πολιτικές της αστικής τάξης και μαζί της βέβαια θα σέρνει και την εργατική τάξη και άθελά της θα την οδηγεί στην καταστροφή. Η επιστροφή στη συμπυκνωμένη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο διδασκαλία του μαρξισμού είναι μια απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση του αγώνα της εργατικής τάξης. Αναγκαία είναι επίσης και η μελέτη των θαυμαστών έργων του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και του Τρότσκι, ο
οποίος το 1937 έγραψε:
«Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σε 10 μόνο χρόνια θα κλείσουν τα 100 χρόνια του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτή η μπροσούρα, που δείχνει το μεγαλύτερο πνεύμα στην παγκόσμια φιλοσοφία, μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα με την επικαιρότητά της. Τα πιο σημαντικά τμήματά της φαίνονται σαν να γράφτηκαν χτες»[ix].
Αυτή η διαπίστωση ισχύει ακόμα και σήμερα, κι ας έχουν από τότε περάσει 177 ολόκληρα χρόνια. Και ισχύει επειδή το Μανιφέστο θα συνεχίσει να διατηρεί τη δύναμη και την επικαιρότητά του για όσο καιρό θα διατηρείται ο καπιταλισμός ως σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας.
Το κόμμα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να συνεχίσει να πολιτεύεται χωρίς να αμφισβητεί τον ρόλο της αστικής τάξης. Αυτή η πολιτική χαλιναγωγεί την εργατική τάξη και την καθιστά υποχείριο της τάξης που την εκμεταλλεύεται. Ταυτόχρονα, ακυρώνει και τον ιστορικό της ρόλο, που είναι όχι μόνο η απελευθέρωση της ίδιας μα και η απελευθέρωση όλου του κόσμου από κάθε είδους εκμετάλλευση.
Η πραγμάτωση αυτού του καθήκοντος περνά μέσα από τον δρόμο προς τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός είναι η προ-κομμουνιστική μορφή οργάνωσης της κοινωνίας και αποτελεί μέρος ενός αδιάκοπου αγώνα που φτάνει στο τέλος του μόνο με την πλήρη ήττα της αστικής τάξης.
Μιχάλης Δημοσθένους
27 Ιουνίου, 2025
[i] Ένγκελς, Φρ. (1888). «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκδόσεις Θεμέλιο, 139
[ii] Ένγκελς, Φρ. (1888). Πρόλογος στην αγγλική έκδοση, 1888, στο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκδόσεις Θεμέλιο, 22-23
[iii] Ένγκελς, Φρ. (1888). Πρόλογος στην αγγλική έκδοση, 1888, στο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκδόσεις Θεμέλιο, 24
[iv] Ένγκελς, Φρ. (1847). Οι βάσεις του κομμουνισμού, στο «Το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος». Εκδόσεις Θεμέλιο, 125-126
[v] ΚΕ ΑΚΕΛ (2025). «Θέσεις Κ.Ε. ΑΚΕΛ προς το 24ο Συνέδριο». Ανακτήθηκε στις 28/4/2025 από το https://akel.org.cy/theseis-pros-to-24synedrio/
[vi] ΑΚΕΛ (χ.χ.). Η δική μας αντίληψη για τον σοσιαλισμό. Ανακτήθηκε στις 21/5/2025 από το https://akel.org.cy/%cf%83%ce%bf%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/
[vii] Λένιν, Β. Ι. (1917). Κράτος και Επανάσταση. Εκδόσεις Θεμέλιο, 66, 67
[viii] ΑΚΕΛ (χ.χ.). Η δική μας αντίληψη για τον σοσιαλισμό. Ανακτήθηκε στις 21/5/2025 από το https://akel.org.cy/%cf%83%ce%bf%cf%83%ce%b9%ce%b1%ce%bb%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/
[ix] Τρότσκι, Λ. (1937). Για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ανακτήθηκε στις 12/5/2025 από το https://marxismos.com/leon-trotsky-kommounistiko-manifesto/


