marxoudi_web1ekfrasi_logolhs_logo

 

Η Ευρώπη στην εποχή της παρακμής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού

Ένα από τα ζητήματα που χαρακτηρίζουν τη σημερινή λειτουργία της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι η εξελισσόμενη συμπεριφορά των διάφορων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και δη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Η κατανόηση αυτού του κυρίαρχου ζητήματος παρέχει σε μας τη δυνατότητα να καταλάβουμε βαθύτερα τον κόσμο και να διαβλέψουμε προς τα πού αυτός πηγαίνει. Μια τέτοια κατανόηση είναι απαραίτητη για τον καθορισμό της πολιτικής ενός εργατικού κόμματος, κάθε πολιτικής οργάνωσης στον χώρο της αριστεράς, μα πάνω απ’ όλα μιας μαρξιστικής οργάνωσης. Πριν όμως υπεισέλθουμε σε αυτά τα ζητήματα, ας αναφερθούμε σε μερικές βασικές παραδοχές:

Πρώτο: η οικονομία συνεχίζει να λειτουργεί στη βάση των σχέσεων παραγωγής, οι οποίες καθορίζονται από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Αυτή η σχέση παραμένει αναλλοίωτη, παρόλες τις τεράστιες προόδους που έχουν επιτευχθεί από τότε που επικράτησε ο καπιταλισμός.

Δεύτερο: ο καπιταλισμός των πιο προηγμένων χωρών, που είχε αρχίσει να αποκτά ιμπεριαλιστική μορφή και να επεκτείνεται σε όλο και περισσότερες περιοχές του πλανήτη, οδηγούσε βίαια στην εξάπλωση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής και συνεπώς της κοινωνίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ο καπιταλισμός κυριάρχησε σε κάθε προηγούμενη μορφή οργάνωσης, την κατέστρεψε και έγινε το κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα σε όλο τον κόσμο. Ταυτόχρονα, η εξελισσόμενη μορφή του σε ιμπεριαλισμό δυνάμωνε ακόμα περισσότερο και μαζί του έφερνε και την ανάπτυξη ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι οποίες οδηγούσαν τους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς σε νέα επίπεδα. Οι νέοι αυτοί ιμπεριαλισμοί άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι στη διαδικασία της παραπέρα εξέλιξης των οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών. Όσο ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν, άλλο τόσο αναπτύσσονταν και αυτοί, με την πλάστιγγα βεβαίως να γέρνει προς τη μεριά τους.

Τρίτο: ο ιμπεριαλισμός -το ανώτατο αυτό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού, όπως ο Λένιν το ονόμασε- έχει φτάσει σε πάρα μα πάρα πολύ ψηλά επίπεδα και έχει καταστεί σήμερα ο απόλυτος άρχων στη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό που χαρακτηρίζει τη σημερινή εποχή είναι η συγκρουσιακή σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και της ανάδυσης των νέων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Κίνας και της Ρωσίας.

Τέταρτο: η διαφορά μεταξύ των τριών αυτών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων έγκειται στο ότι οι νόμοι της αγοράς -που είναι η εικόνα στο προσκυνητάρι του κάθε καπιταλιστή ξεχωριστά και συλλογικά της αστικής τάξης και των εκπροσώπων της- λειτουργούν υπέρ του κινέζικου και του ρώσικου ιμπεριαλισμού. Στην πράξη, αυτό σημαίνει τη συνεχή μείωση της εξουσιαστικής δύναμης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η οποία μετατρέπεται σε πηγή της εξελισσόμενης συμπεριφοράς του.

Πέμπτο: αρκετές δυνάμεις χαμηλότερου βεληνεκούς, όπως για παράδειγμα η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, η Ινδία, η Αυστραλία και πολλές άλλες, ενεργούν με έναν κάπως ανεξάρτητο τρόπο, ισορροπώντας ανάμεσα στη διαμάχη των πιο πάνω τριών ιμπεριαλισμών. Κατά μία έννοια, λειτουργούν ως ισορροπητικές δυνάμεις. Αλλά προοπτικά όλες οι χώρες θα υποχρεωθούν να επιλέξουν στρατόπεδο με το οποίο θα συνταχθούν, και αυτό θα είναι σε βάρος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Αλλά το κάθε τι στην ώρα του.

***

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, μπορούμε πιο εύκολα να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά της σημερινής κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, της οποίας η εξωτερική πολιτική συνοψίζεται στο προεκλογικό σύνθημα του Ντόναλντ Τραμπ το 2016 «America First» («Πρώτα η Αμερική») και στο πρόσφατο (2024) «Make America Great Again» («Κάντε ξανά την Αμερική σπουδαία»). Αυτά τα συνθήματα έχουν στον πυρήνα τους την αναγνώριση του γεγονότος ότι η ηγεμονική κυριαρχία της Αμερικής βρίσκεται σε παρακμιακή φάση και ότι οι πολιτικές που εφαρμόζονταν στα χρόνια της ανόδου της έπαψαν πλέον να προσφέρουν στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Στην πραγματικότητα, όλα τα στοιχεία ενίσχυσης της ηγεμονικής του θέσης έχουν μετατραπεί στο αντίθετό τους. Με το κέντρο βάρους της κίνησης του καπιταλισμού να έχει ήδη μετατοπιστεί στον χώρο της Ασίας, τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού υπαγορεύουν γενικά άλλου είδους εξωτερική πολιτική και ειδικά άλλου είδους αντιμετώπιση του χώρου της Ευρώπης.

Όλα αυτά αποτελούν χαραμάδες που μας δίνουν τη δυνατότητα να δούμε και να κατανοήσουμε τη συμπεριφορά των σημερινών κυβερνώντων στις ΗΠΑ. Όταν για παράδειγμα ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μιλούσε για τη Γροιλανδία (για αγορά ή προσάρτησή της), τον Καναδά (να γίνει η 51η πολιτεία των ΗΠΑ), το Μεξικό (μετονομασία του Κόλπου του Μεξικού σε Κόλπο της Αμερικής) και τον Παναμά (ανάκτηση του ελέγχου της Διώρυγας ακόμα και με στρατιωτικά μέσα) προκαλούσε γέλια και ειρωνεία· όταν εξάγγελλε την επιβολή δασμών στους πάντες, η εικόνα που εξέπεμπαν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ήταν πως ο άνθρωπος είναι τρελός, ενώ στους περισσότερους κυβερνώντες στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκαλούσε ζαλάδα. Αλλά αυτό που πραγματικά συνέβαινε και συμβαίνει είναι ότι ο Τραμπ εφαρμόζει την πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού με τον πιο κυνικό τρόπο.

Επίσης, με βάση αυτά μπορούμε να κατανοήσουμε και τη στροφή στην εξωτερική πολιτική, που η τότε κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έκανε αμέσως μετά την εκδήλωση της ατιμωτικής τους ήττας στο Αφγανιστάν και την αποχώρησή τους από το έδαφός του στις 31 Αυγούστου το 2021. Και παρόλο που στο επίκεντρο της εξωτερικής τους πολιτικής βρίσκεται η αντιμετώπιση της οικονομικής απειλής που προέρχεται από την Κίνα, η δραστηριότητά τους αναπτύχθηκε στον χώρο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας για να διασφαλίσουν ότι η Ευρώπη θα σταματήσει να απομακρύνεται από τις αγκάλες τους. Αλλά αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με πολιτικές που θα προκαλούσαν την αντίδραση της κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιδίωξή τους ήταν να δημιουργήσουν κλοιό στη Ρωσία, να της προκαλέσουν ασφυξία και να προκαλέσουν στο εσωτερικό της «έγχρωμες» επαναστάσεις. Στην περίπτωση που η κυβέρνηση του Βλαντίμιρ Πούτιν αντιδρούσε στρατιωτικά, να την παρουσιάσουν ως απειλή για την Ευρώπη και να δημιουργήσουν συνθήκες συσπείρωσης του ΝΑΤΟ. Ταυτοχρόνως, ανέμεναν πως ο πλήρης οικονομικός και πολιτικός αποκλεισμός, που θα της επέβαλλαν, θα κατέληγε στον στραγγαλισμό της οικονομίας και θα οδηγούσε σε μεγάλες ανατροπές στην επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

Αλλά τελικά -πέρα από τη συσπείρωση του ΝΑΤΟ που ήταν ένας από τους αρχικούς στόχους, και που η επιτυχία του θα αποδειχτεί προσωρινή- τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής εκδηλώθηκαν ακριβώς προς την αντίθετη κατεύθυνση: από τη μια, η στρατιωτική επιχείρηση του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία κέρδιζε αργά αλλά σταθερά έδαφος και η ρωσική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται και να αποκτά χαρακτήρα πολεμικής οικονομίας, ενώ από την άλλη, επιταχύνθηκαν οι διεργασίες ανάπτυξης και ενδυνάμωσης του οργανισμού των χωρών των BRICS. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν συνέχιζε να εφαρμόζει την πολεμική της εξωτερική πολιτική, να ενισχύει τις ιαχές του πολέμου και να κάνει τον κίνδυνο εμπλοκής του ΝΑΤΟ στον πόλεμο να φαίνεται πως ερχόταν ολοένα και πιο κοντά. Ανεξάρτητα όμως από το αν είχαν θελήσει ή όχι να εμπλακούν απευθείας στον πόλεμο, και το πιο πιθανό είναι προς τη μεριά του όχι, η δυναμική που αναπτυσσόταν οδηγούσε προς την κατεύθυνση της άμεσης εμπλοκής τους. Αυτή η προοπτική, σε συνδυασμό και με την εσωτερική οικονομική και πολιτική κατάσταση, αποτέλεσε τον βασικό λόγο που οδήγησε στο χάσιμο των εκλογών και στην παράδοση της εξουσίας στον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου.

Η μετατόπιση της προσοχής των κυβερνήσεων των ΗΠΑ προς την Ευρώπη φαίνεται και σε έγγραφο του Επιτελείου του Στρατού, στο οποίο καταγράφεται η σημασία που προσδίδουν στην περιοχή της Αρκτικής. Στον πρόλογο αυτού του εγγράφου, ο Αρχηγός του Επιτελείου Στρατού των ΗΠΑ, James V. McConville, και ο Γραμματέας Στρατού, Ryan D. McCarthy, γράφουν τα εξής:

Ο Στρατός μας υπάρχει για να προστατεύει το έθνος μας και να διατηρεί την ειρήνη. Για να ανταποκριθεί σε αυτή τη βασική απαίτηση, ο Στρατός πρέπει να εφοδιαστεί με άνδρες, να εκπαιδευτεί, να εξοπλιστεί και να οργανωθεί για να κερδίσει στην Αρκτική. Η Αρκτική είναι ταυτόχρονα μια αρένα ανταγωνισμού, μια γραμμή επίθεσης σε περίπτωση σύγκρουσης, μια ζωτική περιοχή που κατέχει πολλούς από τους φυσικούς πόρους του έθνους μας και μια πλατφόρμα για την προβολή παγκόσμιας ισχύος…

Η αποκατάσταση της κυριαρχίας στην Αρκτική απαιτεί επίσης μιαν εγγενώς ολοκληρωτική Στρατιωτική προσέγγιση, που ενσωματώνει την Εφεδρεία του Στρατού και την Εθνική Φρουρά.

Αυτή η στρατηγική υιοθετεί μια διαφορετική προοπτική του κόσμου ως πλανήτη και όχι ως χάρτη, μια οπτική που μας επιτρέπει να δούμε τις ευκαιρίες που παρέχουν οι «βόρειες διαδρομές» στην ταχεία δημιουργία δυνάμεων και στην ανάπτυξή τους από την Αλάσκα σε σημεία σε όλο τον κόσμο (Σημ.: οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου)[1] .

Οι δύο αυτοί κορυφαίοι αξιωματικοί του Στρατού λένε ντόμπρα πως ο Στρατός των ΗΠΑ υπάρχει για να προστατεύει το αμερικάνικο έθνος και την ειρήνη, μόνο που αυτά που πραγματικά προστατεύουν είναι τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Ένα δεύτερο σημείο είναι ότι αντιμετωπίζουν την Αρκτική ως αρένα ανταγωνισμού και στρατηγικό σημείο επίθεσης σε περίπτωση πολεμικής σύγκρουσης. Το τρίτο είναι ότι, μιλώντας για αποκατάσταση της κυριαρχίας τους στην Αρκτική, αναγνωρίζουν την απώλειά της· και τέταρτο, αντικρίζουν τον κόσμο σε επίπεδο πλανήτη και όχι σε επίπεδο γεωγραφικού χάρτη.

Επίσης, κάτω από τον τίτλο «Η Αρκτική τώρα και στο μέλλον» επισημαίνεται η ανάγκη να κατανοήσει ο Στρατός «τον ρόλο της Αρκτικής στην υπεράσπιση της πατρίδας, το πολύπλοκο γεωπολιτικό τοπίο στα πλαίσια του ανταγωνισμού των μεγάλων δυνάμεων και το πώς η επιταχυνόμενη περιβαλλοντική αλλαγή επηρεάζει τις μελλοντικές επιχειρήσεις». Κάτω δε από τον τίτλο «Η Αρκτική ως περιοχή στρατηγικού ανταγωνισμού» διαβάζουμε τα εξής:

Η Αρκτική έχει τη δυνατότητα να γίνει ένας αμφισβητούμενος χώρος. Εκεί, οι μεγάλες δυνάμεις αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών, η Ρωσία και η Κίνα, επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική και οικονομική ισχύ για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν πρόσβαση στην περιοχή σε βάρος των αμερικανικών συμφερόντων…

Η Εθνική Στρατηγική Άμυνας (NDS) αναγνωρίζει τη διάβρωση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της Κοινής Δύναμης έναντι της Κίνας και της Ρωσίας ως κεντρικό πρόβλημα, στο οποίο θα πρέπει το Υπουργείο να δώσει προτεραιότητα, διατηρώντας παράλληλα μιαν ευνοϊκή ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των δύο πλευρών. Ο Στρατός πρέπει να δημιουργήσει δυνάμεις ικανές να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά, και μέσω των συμμάχων και εταίρων να θέτουν διλήμματα στους αντιπάλους, καθώς αυτοί επιδιώκουν να αποκτήσουν πρόσβαση και να ανταγωνιστούν στην περιοχή… (Σημ.: οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου)

Ενώ τα περισσότερα έθνη στην Αρκτική είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ, οι μεγάλες δυνάμεις που ανταγωνίζονται την Αμερική -η Ρωσία και η Κίνα- έχουν αναπτύξει στρατηγικές για την Αρκτική με γεωπολιτικούς στόχους αντίθετους με τα συμφέροντα των ΗΠΑ[2] .

Από τα παραπάνω γίνεται εμφανής η ανησυχία της ηγεσίας του Στρατού για την ασφάλεια των ΗΠΑ στην περιοχή της Αρκτικής. Αναγνώρισαν ήδη την υπάρχουσα διάβρωση στη μεριά των τοπικών τους συμμάχων, που προέρχεται από την ανάπτυξη γεωπολιτικών στρατηγικών από την πλευρά της Κίνας και της Ρωσίας. Η μόνη τους έγνοια είναι η εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και καθόλου των συμμαχικών τους χωρών στην περιοχή. Αυτό είναι το πιο σημαντικό απόσταγμα που συνάγεται από τα πιο πάνω και από το σύνολο του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου.

Είναι σε αυτές τις αλλαγές που πρέπει να δούμε τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Γροιλανδίας, του Καναδά, του Μεξικού και του Παναμά, αλλά και την επανεξέταση των όρων των εγγυήσεων ασφάλειας της Ευρώπης και αλλού. Έχοντας αναγνωρίσει και το αδιέξοδο της πολιτικής του πολέμου στην Ουκρανία, στρέφει την εξωτερική πολιτική προς την αντίθετη κατεύθυνση: αντί της άμεσης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία, επιλέγει τη σύμπλευση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων των δύο ιμπεριαλισμών, μέσα από συνεννόηση. Είναι γι’ αυτό που προσπαθεί να αντικαταστήσει την πολιτική του πολέμου δια των όπλων με την πολιτική επιβολής δασμών στους πάντες -συμμάχους και μη- επιδιώκοντας ταυτόχρονα να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με την κυβέρνηση της Ρωσίας, με στόχο να την απομακρύνει από την Κίνα, ή, αν μη τι άλλο να προκαλέσει αργοπορία στη διαδικασία σύσφιγξης των σχέσεών τους. Όλα αυτά περνούν μέσα από την πολιτική διαχείρισης του πολέμου στην Ουκρανία και αποτελούν την πιο ουσιαστική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, η οποία δηλώνεται με κάθε ευκαιρία από τον ίδιο τον Ντόναλντ Τραμπ. Για παράδειγμα, στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Σ. Αραβία έκανε την παρακάτω δήλωση:

Τα τελευταία χρόνια πάρα πολλοί Αμερικανοί πρόεδροι έχουν προσβληθεί από την αντίληψη ότι είναι δουλειά μας να κοιτάξουμε στις ψυχές των ξένων ηγετών και να χρησιμοποιήσουμε την πολιτική των ΗΠΑ για να αποδώσουμε δικαιοσύνη για τις αμαρτίες τους. Πιστεύω ότι είναι δουλειά του Θεού να κρίνει - η δουλειά μου [είναι] να υπερασπίζομαι την Αμερική και να προωθώ τα θεμελιώδη συμφέροντα της σταθερότητας, της ευημερίας και της ειρήνης[3] .

Αυτό που διακρίνεται σε αυτά τα λόγια είναι η θέαση του κόσμου και του ρόλου των Ηνωμένων Πολιτειών σε αυτόν, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιτικής της κυβέρνησής του, η οποία βρίσκεται σε αντίθεση με την εξωτερική πολιτική που εφάρμοζε η προηγούμενη κυβέρνηση. Τέτοιου είδους δηλώσεις βρίσκονται επίσης έξω από τα συνηθισμένα διπλωματικά και πολιτικά πλαίσια, σύμφωνα με τα οποία εκπαιδεύτηκε το πολιτικό προσωπικό και οι συν αυτώ κάτοχοι πανεπιστημιακών διπλωμάτων, διδάσκοντες ακαδημαϊκοί και μη. Τούτο το προσωπικό βλέπει τον κόσμο με ένα είδος ανωτερότητας, σύμφωνα με το οποίο όλος ο υπόλοιπος κόσμος θα πρέπει να υποτάσσεται και να υποκλίνεται σε αυτό που οι ίδιοι έμαθαν να πρεσβεύουν. Αυτό το αίσθημα ενυπάρχει τόσο στον τρόπο που σκέφτονται όσο και στον τρόπο που ενεργούν. Αλλά το μεγάλο κακό για όλο αυτό το υπηρετικό προσωπικό είναι ότι το υπόβαθρο της σκέψης του, δηλαδή το οικοδόμημα του καπιταλισμού της Δύσης που έγινε το είδωλό του, έχει ήδη υποστεί βαθιές αλλαγές και βρίσκεται σε μη αναστρέψιμη διαδικασία γκρεμίσματός του. Αυτή είναι η ουσία της δήλωσης του Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η κυβέρνηση εφαρμόζει την εξωτερική πολιτική που θεωρεί πως με αυτήν θα δημιουργήσει τις ευκαιρίες που θα επιτρέψουν στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό να διατηρήσει μιαν ισχυρή θέση πλάι στους ανερχόμενους ιμπεριαλισμούς.

Είναι ο Ντόναλντ Τραμπ ειρηνοποιός; Βεβαίως και Όχι! Κανένας εκπρόσωπος ιμπεριαλισμού δεν μπορεί εξ ορισμού να είναι ειρηνιστής. Ο πόλεμος είναι στοιχείο του καπιταλισμού και καμιά σχέση δεν έχει με τη θέληση των απλών ανθρώπων, ούτε και των κυβερνήσεων που εκπροσωπούν τα καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά συμφέροντα των εθνικών τους αστικών τάξεων. Το ότι επανειλημμένως δηλώνει πως ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν είναι δικός του πόλεμος δεν τον κάνει φίλο της ειρήνης. Τον βοηθά όμως στην αποστασιοποίηση της κυβέρνησής του από τον συγκεκριμένο πόλεμο και στην προσπάθεια ανάληψης ρόλου διαμεσολαβητή για τον τερματισμό του. Με δυο λόγια, να διαχειριστεί τη νέα ήττα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των Νατοϊκών του συμμάχων. Ταυτοχρόνως είναι κι ένας έμμεσος τρόπος αναγνώρισης της πραγματικότητας στην οποία βρίσκεται ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ο οποίος έχει ήδη απολέσει μεγάλο μέρος της δύναμης που του επέτρεπε να αλωνίζει στον πλανήτη. Όπως γράφει ο Dhruva Jaishankar,

η εποχή των Ηνωμένων Πολιτειών που επιτηρούν μιαν μονοπολική τάξη πραγμάτων έχει τελειώσει. Βεβαίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν κυρίαρχη δύναμη στον κόσμο, με το μερίδιό τους στην παγκόσμια οικονομία να παραμένει σταθερό γύρω στο 26% από το 1991 μέχρι σήμερα[4} .

Αυτό λοιπόν που επιδιώκει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ είναι να βρει και να εδραιώσει τη θέση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στο νέο διαμορφούμενο παγκόσμιο γίγνεσθαι, σε έναν κόσμο όπου στην Κίνα έχει αναπτυχθεί μια δυναμική που καμιά ενέργεια από την πλευρά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να την ανακόψει. Όπως λέει και ο διευθυντής της XRTC LTD και πρόεδρος της ένωσης τραπεζικών στελεχών της ελληνικής ναυτιλίας, Γιώργος Ξηραδάκης,

με το που άρχισε η διακυβέρνηση Τραμπ, είχαμε την εξής εξέλιξη: αναγνωρίστηκε πλέον και επισήμως από τους ισχυρούς του οικονομικού πλανήτη ότι ο άλλος πόλος της παγκόσμιας οικονομίας είναι η Κίνα. Σταδιακά φαίνεται ότι και ο άλλος πόλος της διπλωματίας είναι πάλι η Κίνα. Και βεβαίως έρχεται και το τελευταίο κερασάκι που διαπιστώνουμε περίτρανα, χωρίς να θέλουμε να το δοκιμάσουμε ποτέ, ότι και ο άλλος πόλος της αμυντικής βιομηχανίας είναι πάλι η Κίνα. Δηλαδή έχουμε την τεχνολογική ανάπτυξη των Κινέζων σε μία τέτοια εξέλιξη η οποία δεν μπορεί να σταματήσει… είναι τεράστια η δυναμική, έχει αποκτήσει τέτοια τεχνογνωσία, τέτοια δυνατότητα παραγωγής οποιουδήποτε προϊόντος, είτε αυτό έχει να κάνει με τη βιοτεχνολογία, είτε με την ιατρική, είτε με τα παιχνίδια, είτε με τα ντρόουν, είτε ακόμα και στην αμυντική βιομηχανία όπου δεν μπορεί να σταματήσει. Και αυτό είναι μία καινούρια εξέλιξη του κόσμου του αιώνα μας[5] .

Το μόνο λοιπόν που μπορούν να πετύχουν με τις αποφάσεις και τις ενέργειές τους οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής είναι να παρεμβάλουν δυσκολίες και καθυστερήσεις, όχι όμως να αντιστρέψουν την πορεία της Κίνας, η οποία ανεβαίνει τεχνολογικά, πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά. Και βεβαίως δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις δικές τους αδυναμίες. Αυτό που έχουν καταφέρει είναι να ενισχύσουν και να επιταχύνουν τις διεργασίες στον χώρο της Ασίας, και ταυτοχρόνως να επιταχύνουν τη διαδικασία μείωσης της δύναμης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά για την Ευρώπη; Πώς αυτή αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ στις σημερινές αντικειμενικές συνθήκες;

***

Το οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης -που αποτελεί μέρος της βασισμένης σε κανόνες παγκόσμιας τάξης πραγμάτων που επέβαλαν οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής- είναι βαθιά γερασμένο, όπως βαθιά γερασμένος είναι και ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός. Σήμερα, που αυτή η τάξη πραγμάτων συνθλίβεται και κάτι άλλο γεννιέται, η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει με πλοίο που θαλασσοδέρνει μεσοπέλαγα. Ρυμουλκημένη καθώς είναι στο άρμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού υποχρεώνεται να χορεύει στους ρυθμούς της μουσικής που παίζουν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ.

Με τους διοικούντες την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συντριπτική πλειοψηφία των κυβερνήσεων των χωρών-μελών της να έχουν στοιχηθεί πίσω από τις πολιτικές της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν -που οδήγησαν στον πόλεμο στην Ουκρανία και δημιούργησαν ένα εχθρικό τοίχος ανάμεσα στην Ευρώπη και στη Ρωσία, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη επιβαρυμένη οικονομική και πολιτική κατάσταση στις χώρες τους- το μέλλον της φαντάζει δυσοίωνο. Η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη, σήμερα που ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου εναρμονίζει τους ρυθμούς της μουσικής με τις αλλαγές που προωθεί η κυβέρνησή του στην εξωτερική της πολιτική. Αυτό που πρέπει να διαβαστεί από τη στροφή του άμεσου ενδιαφέροντος της κυβέρνησης του Τραμπ προς την Ασία είναι ότι η Ευρώπη έπαψε να έχει τη σημασία που είχε μέχρι χθες για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό – και αυτό αφήνει την Ευρωπαϊκή Ένωση μετέωρη.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της κατάστασης, ζητήματα που παραγνωρίζονταν ή θέτονταν στο περιθώριο αρχίζουν να ενεργοποιούνται και να φέρνουν στην επιφάνεια όλους τους λειτουργικούς περιορισμούς, με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπη η Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών-μελών, με τα ξεχωριστά εθνικά τους συμφέροντα. Για παράδειγμα, εκείνα των ανατολικών χωρών δεν συμβαδίζουν με τα συμφέροντα των δυτικών χωρών, όπως επίσης δεν συμβαδίζουν εκείνα των βόρειων και των νότιων χωρών, των μεγάλων και των μικρών κρατών, της Γερμανίας με της Γαλλίας ή της Ιταλίας, της Πολωνίας, της Ουγγαρίας ή της Βρετανίας που αποχώρησε από την Ένωση.

Το στοιχείο λοιπόν της ανυπαρξίας του ενός συμφέροντος είναι από μόνο του αρκετό για να την καταστήσει στις σημερινές συνθήκες επικίνδυνα ευάλωτη. Κάτω από τις εντεινόμενες πιέσεις που προκαλούνται εξαιτίας της αυξανόμενης έντασης μεταξύ του αμερικάνικου και του κινέζικου ιμπεριαλισμού, αλλά και του ρωσικού, σε συνθήκες μάλιστα των συνεπειών της πολύπλευρης κρίσης που συνεχίζει για δεκαπέντε τόσα χρόνια, όλες οι εσωτερικές της αντιθέσεις αρχίζουν να μετατρέπονται σε βόμβα στα θεμέλιά της. Και το ερώτημα είναι πότε θα φτάσουν στο κομβικό σημείο της έκρηξης. Όταν αυτό συμβεί, τα κράτη-μέλη των οποίων οι κυβερνήσεις συνδέουν αφελώς την ασφάλειά τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλούμενες την αλληλεγγύη των εταίρων, θα βρεθούν εκτεθειμένα και θα υποστούν τρομερές συνέπειες. Κάποια από αυτά θα υποστούν και αλλαγή στα σύνορά τους.

Σήμερα, δεχόμενο ακόμα πιο αυξημένες πιέσεις, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο έκρηξης ξαφνικών αναταράξεων. Σύμφωνα με έκθεση του γερμανικού «Kiel Institute for the World Economy» (Ινστιτούτο Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία),

η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει δημιουργήσει σε σημαντικό βαθμό αβεβαιότητα μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Μεταξύ των αιτιών που προκάλεσαν την αβεβαιότητα ήταν η αλλαγή της θέσης των ΗΠΑ που παρατηρήθηκε στη διάσκεψη ασφαλείας του Μονάχου, οι απευθείας διαπραγματεύσεις των ΗΠΑ με τη Ρωσία παραγνωρίζοντας τις χώρες της Ευρώπης, όπως επίσης η διακοπή της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των ΗΠΑ και της Ουκρανίας. Η επιδεινούμενη διαντλαντική εμπορική σχέση εντείνει ακόμα περισσότερο την ευρωπαϊκή ανησυχία: οι περιορισμένες δυνατότητες ασφαλείας καθιστούν απρόθυμη την ΕΕ να ανταποδώσει στα ίσα τους αδικαιολόγητους δασμούς. Εν τω μεταξύ, οι ΗΠΑ έχουν γίνει η μεγαλύτερη πηγή γεωπολιτικής αβεβαιότητας, μπροστά στην πιθανότητα του ξεσπάσματος μιας παγκόσμιας «Τραμπικής ύφεσης»[6] .

Αυτά είναι στοιχεία απεικόνισης μιας πραγματικότητας που προμηνύει κακά μαντάτα για το κατεστημένο που διοικεί τις χώρες της Ευρώπης και γενικά για τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό. Χωρίς τη στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης, η Ευρώπη είναι στο παγκόσμιο γίγνεσθαι ένα «τίποτα». Η ιδέα ότι είναι μια ισχυρή δύναμη, που ήταν μια ψευδαίσθηση, άρχισε να ξεγυμνώνεται με τις ενέργειες της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν κατά τη φυγή τους από το έδαφος του Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021 και την υπογραφή του Συμφώνου Ασφαλείας (AUKUS) που ακολούθησε. Ο Ζοζέ Μπορέλ, επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, είχε πει τότε:

Μια συμφωνία τέτοιας φύσης δεν μαγειρεύτηκε προχθές, χρειάζεται συγκεκριμένο χρόνο. Και παρόλα αυτά η Ε.Ε. δεν ενημερώθηκε. Αυτές οι δυνάμεις εναντίον μας προσφέρουν μία καλή στιγμή να θυμίσουμε, να αναλογιστούμε για τη σημασία του να προχωρήσουμε μπροστά στο θέμα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μια νέα απόδειξη ότι πρέπει να υπάρχουμε μόνοι μας[7] .

Το «πρέπει να υπάρχουμε μόνοι μας» δηλώνει ότι υπάρχουμε όσο μας επιτρέπει κάποιος άλλος, που στην προκείμενη περίπτωση είναι οι κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Παρόλα αυτά, συνέχισαν να είναι ουραγοί στην υλοποίηση των αποφάσεων που παίρνονταν στα επιτελεία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Και αυτό που τελικά κατάφεραν είναι να οδηγήσουν την οικονομία σε δυσμενέστερη θέση, να γίνουν οι πιο φανατικοί υποστηριχτές του πολέμου και να σταθούν στην πλειοψηφία τους ανοιχτά υπέρ της υποψηφιότητας του Τζο Μπάιντεν και ύστερα της Κάμαλα Χάρις. Κι όταν οι εκλογές κερδήθηκαν από τον Ντόναλντ Τραμπ, όλοι αυτοί οι πολύ μικρού πολιτικού αναστήματος ηγέτες άρχισαν να προσπαθούν αγκομαχώντας να βρουν τρόπο να αποφύγουν το μοιραίο.

Μάταια όμως. Όλοι αυτοί που κάθονται στις καρέκλες των Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ένωσης είναι καταδικασμένοι να πιουν το πικρό ποτήρι της περιφρόνησης που τους προσφέρεται από την κυβέρνηση του Τραμπ. Όσο κι αν διαμαρτύρονταν, όσο κι αν κάτω από την ομπρέλα της «Συμμαχίας των προθύμων» φωνασκούσαν ενάντια σε κάθε προσπάθεια συνεννόησης για να σταματήσει ο πόλεμος, συνέχιζαν να απευθύνονται σε ώτα μη ακουόντων. Αυτό που τελικά κατάφεραν ήταν να παρακολουθήσουν από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ και του Βλαντίμιρ Πούτιν και των επιτελείων τους στην αεροπορική βάση του Έλμεντορφ στον Άνκορατζ της Αλάσκας, που πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου το 2025.

Όλοι αυτοί φαίνονται στα μάτια της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ σαν παλιωμένα κουζινικά σκεύη που πρέπει να τύχουν κατάλληλου γανώματος για να καταστούν και πάλι χρήσιμα για τα συμφέροντα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Και ως τέτοιοι, οι πέντε ευρωπαίοι ηγέτες[8] , μαζί με την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, προσήλθαν στον Λευκό Οίκο (18/8/2025) για να ακούσουν αυτά που θα τους έλεγε ο Οικοδεσπότης, ο daddy (πατερούλης) όπως τον είχε αποκαλέσει ο Ρούτε σε προηγούμενη συνάντηση. Κι εκεί, με το θλιμμένο τους παρουσιαστικό και τη δουλική τους συμπεριφορά, παρουσίασαν εικόνα που έμοιαζε με σχολιαρόπαιδα που πήγαν για κατσάδα και η έγνοια τους ήταν να μην εκνευρίσουν τον Οικοδεσπότη και τους πετάξει έξω. Λαμβάνοντας υπόψη και την ένθερμη και φωναχτή υποστήριξη που έδωσαν στην κυβέρνηση του Ισραήλ που διαπράττει γενοκτονία ενάντια στους παλαιστίνιους κατοίκους της Λωρίδας της Γάζας, επικαλούμενοι το δικαίωμα στην άμυνα, η ξεφτίλα της Ευρώπης έχει εκδηλωθεί σε όλο της το μεγαλείο.

Παρόλα αυτά, η  κατρακύλα της δεν σταματά εδώ. Η δημιουργία της «Συμμαχίας των προθύμων» αντανακλά την ύπαρξη ενός ρήγματος που τροφοδοτείται από τις γενικότερες εξελίξεις, μεγαλώνει κάτω από την επιφάνεια της εύθραυστης εσωτερικής κατάστασης και ενισχύει τον κίνδυνο του διχασμού που ελλοχεύει στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλά, τέτοιοι κίνδυνοι δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με επινοημένα τεχνάσματα, όπως είναι αυτό που έγινε με σκοπό τη δημιουργία ενός μετώπου κυβερνήσεων, κάτι σαν λόμπι έξω από τη λειτουργία των Θεσμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που υπό την καθοδήγηση του Μακρόν και του Στάρμερ θα ασκεί πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση για να συνεχιστεί ο πόλεμος στην Ουκρανία. Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί με παράκαμψη των αντιθέσεων που πηγάζουν από τα διαφορετικά συμφέροντα των εθνικών αστικών τάξεων που συγκροτούν την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι δηλώσεις του αντιπροέδρου της κυβέρνησης της Ιταλίας, Ματέο Σαλβίνι, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, ως προς τη δυναμική που μπορεί να αναπτυχθεί και να προκαλέσει ταρακουνήματα στα θεμέλιά της. Ο Σαλβίνι είναι στις δηλώσεις του κατηγορηματικός:

Απορρίπτουμε το ενδεχόμενο ενός ευρωπαϊκού στρατού υπό τις διαταγές ενός τρελού σαν τον Μακρόν, ο οποίος αναφέρεται σε πυρηνικό πόλεμο… Σε ό,τι αφορά στον πόλεμο στην Ουκρανία, η γραμμή της κυβέρνησής μας είναι συμπαγής. Δεν υπάρχει καμία απολύτως πιθανότητα να στείλουμε στρατιώτες μας. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να χρησιμοποιήσουμε τα κονδύλια του Ταμείου Συνοχής για αγορά όπλων, αντί για την ανάπτυξη των διάφορων περιοχών της χώρας μας… Αύριο, σε πάνω από χίλιες πλατείες της χώρας, θα στήσουμε περίπτερα στα οποία μπορούν να προσέλθουν οι πολίτες που επιθυμούν να τελειώσει ο πόλεμος. Είμαι περήφανος για την πρωτοβουλία αυτή, την ίδια ώρα που κάποιοι μιλούν για κοινό ευρωπαϊκό χρέος, με στόχο την αγορά όπλων. Μου φαίνεται εξωφρενικό[9] .

Η αντιπαράθεση μεταξύ του Μακρόν και του Σαλβίνι συνεχίστηκε και κατέληξε σε διπλωματικό επεισόδιο. Στις 22 Αυγούστου (2025), το γαλλικό Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε την πρεσβευτίνα της Ιταλίας για να διαμαρτυρηθεί για τις «απαράδεκτες» όπως τις χαρακτήρισε δηλώσεις του Αντιπροέδρου της κυβέρνησής της[10] .

Επίσης, ο Γερμανός συνταγματάρχης Αντρέ Βούεστνερ, είπε σε ήπιους τόνους πως

οι Ευρωπαίοι παραμένουν στρατιωτικοί νάνοι και ήδη αγωνίζονται να ανταποκριθούν στις νέες δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ που ανέλαβαν στην τελευταία σύνοδο κορυφής. Η Ευρώπη απέχει πολύ από το να είναι σε θέση να αμυνθεί ανεξάρτητα [11] .

Είναι σίγουρο πως κυβερνήσεις πολλών άλλων χωρών, ή στελέχη τους, κινούνται πάνω στις ίδιες περίπου γραμμές σκέψης. Γι’ αυτό και η σύνοδος κορυφής της «Συμμαχίας των προθύμων», που συγκάλεσε ο Μακρόν και πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαρτίου το 2025 στη Γαλλία, δεν είχε επιτυχία. Παρόλα αυτά, οι συναντήσεις συνεχίζονται και μια επικίνδυνη κατάσταση υποδαυλίζεται.

Όσον αφορά στον Εμανουέλ Μακρόν, η πιθανότητα να κάνει επικίνδυνες κινήσεις, όπως για παράδειγμα αυτή της αποστολής στρατευμάτων στην Ουκρανία, δεν μπορεί να αποκλειστεί. Αλλά αυτή θα είναι μια κίνηση τακτικής υψηλού ρίσκου που θα εμπλέξει τη Γαλλία στον πόλεμο με τη Ρωσία, ελπίζοντας πως θα συμπαρασύρει κι άλλες χώρες στον πόλεμο και θα φέρει την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ σε δίλημμα. Επίσης, οι πιθανότητες να κάνει μιαν τέτοια κίνηση αυξάνονται και λόγω των πιέσεων που ασκούνται εξαιτίας των τεράστιων εσωτερικών πολιτικοοικονομικών προβλημάτων. Ας μην ξεχνούμε πως ο πόλεμος χρησιμοποιείται και ως μέσον που θα επιτρέψει στους κυβερνώντες να διατηρηθούν στην εξουσία σε μιαν αδιέξοδη κατάσταση. Το αποτέλεσμα τέτοιου είδους κινήσεων δεν μπορεί να προδιαγραφεί. Είναι όμως σίγουρο πως αυτές θα αυξήσουν πάρα πολύ το ρίσκο. Ποιες χώρες και με ποιον τρόπο θα εμπλακούν στον πόλεμο; Ποια θα είναι η αντίδραση της κυβέρνησης του Τραμπ; Ποια θα είναι η δυναμική που θα αναπτυχθεί στο εσωτερικό της Γαλλίας; Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να απαντηθούν. Είναι όμως βέβαιο πως η πραγμάτωση μιας τέτοιας εξέλιξης θα βυθίσει την Ευρώπη στο χάος και στην καταστροφή.

Η κατάσταση στην Ευρώπη αποτυπώθηκε μερικώς και από τον Τζέφρι Σακς[12} , ο οποίος αναφερόμενος στους ηγέτες της είπε τα εξής:

Η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει ότι δεν πρόκειται να έχει ομαλή διαδρομή με τον Τραμπ. Θα έλεγα στους Ευρωπαίους ηγέτες: σταματήστε να ακολουθείτε τόσο πολύ τις Ηνωμένες Πολιτείες! Η Ευρώπη ακολούθησε τις Ηνωμένες Πολιτείες στον πόλεμο με την Ουκρανία. Ξέρετε, η κυρίαρχη ιδέα ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία προήλθε μόνο από τη Ρωσία είναι ψευδής. Ξεκίνησε από τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ υπό τις ΗΠΑ. Αλλά οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεν θα το έλεγαν ποτέ. Είπαν, λοιπόν, είμαστε με τις ΗΠΑ. Αυτή είναι η διατλαντική συμμαχία. Δεν λέω να έχουμε εχθρότητα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά η Ευρώπη πρέπει να ακολουθήσει τη δική της πορεία.

Για παράδειγμα, η Ευρώπη θα πρέπει να κάνει εμπόριο με την Κίνα. Η Ευρώπη πρέπει να είναι μέρος της Πρωτοβουλίας Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος. Αυτό είναι καλό για την Ευρώπη, όχι κακό για την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν πρέπει να μπει σε εμπορικό πόλεμο με την Κίνα απλά επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες λένε το ένα και το άλλο.

Αυτό είναι κάτι που η Ευρώπη πρέπει να προσέξει, χρειάζεται τη δική της αυτοάμυνα. Τώρα, γίνεται λόγος για στρατηγική αυτονομία από την άποψη της άμυνας, αλλά η Ευρώπη χρειάζεται τη δική της οικονομική αυτονομία επίσης, και όχι απλά να ακολουθεί αυτό που λένε οι Ηνωμένες Πολιτείες[13] .

Μόνο που αυτές οι προτροπές ήλθαν κάπως αργά. Η βάση πάνω στην οποία θα μπορούσαν να στηριχθούν είχε ήδη σε μεγάλο βαθμό καταστραφεί. Οι πιθανότητες εφαρμογής τους έχουν καταστεί σχεδόν μηδενικές έως και μηδενικές.

Σήμερα, απ’ όπου κι αν δει κανείς την κατάσταση στην Ευρώπη είναι κατά πολύ χειρότερη από αυτήν που επικρατούσε πριν την πρόκληση του πολέμου στην Ουκρανία. Οι όποιες πιθανότητες για αυτόνομη πορεία, αν ποτέ υπήρχαν, άρχισαν να εξανεμίζονται με το που οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έγιναν μέρος της πολεμικής περιπέτειας στην Ουκρανία. Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Ρωσία, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία, αποδείχθηκαν πρώτα απ’ όλα ζημιογόνες για τις δικές τους οικονομίες. Πέτυχαν επίσης να σταθούν εχθρικά απέναντι στη Ρωσία, αλλά και να παρεμβάλουν δυσκολίες στη σχέση τους με την Κίνα. Και παρόλα αυτά, συνεχίζουν με το ίδιο σκεφτικό να κινούνται στην ίδια καταστροφική πορεία και να μιλούν για ανάγκη επανεξοπλισμού της Ευρώπης. Στην ανακοίνωση που ξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Μάρτη, αναφέρονται τα παρακάτω:

Σε ένα πλαίσιο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων, του συνεχιζόμενου επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και της απειλής που αυτή συνιστά για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ασφάλεια, η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να ενισχύσει τις αμυντικές της δυνατότητες. Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για την ασφάλεια και την άμυνά της, για να διασφαλίσει την ειρήνη μέσω της αποτροπής. Για αυτό τον λόγο, πρέπει να επενδύσουμε περισσότερα στην άμυνα, να επενδύσουμε καλύτερα από κοινού και να επενδύσουμε περισσότερο στην Ευρώπη. Το Σχέδιο Επανεξοπλισμός της Ευρώπης, το οποίο ανακοινώθηκε από την Πρόεδρο της Επιτροπής von der Leyen στις 4 Μαρτίου το 2025, θα μπορούσε να διαθέσει κοντά 800 δισ. ευρώ για μια ασφαλή και ανθεκτική Ευρώπη[14] .

Αλλά αυτό δεν είναι σχέδιο που κινείται προς την αυτονομία και προς το συμφέρον της καπιταλιστικής Ευρώπης, είναι σχέδιο που κινείται προς την κατεύθυνση που τους επιβάλλει η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως εξήγησε η Φιλίππα Χατζησταύρου στο κανάλι «Η Ναυτεμπορική»,

θα ήμασταν αφελείς να θεωρούμε ότι την επόμενη πενταετία ή ακόμα και δεκαετία η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποκτήσει ευρωπαϊκό στρατό. Το διακύβευμα είναι πώς να αναζωπυρωθεί στην πραγματικότητα ένας σημαντικός τομέας της ευρωπαϊκής οικονομίας, που αφορά κυρίως τέσσερις χώρες -τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία βέβαια, γι’ αυτό και ο Σάντσεθ ήταν σχετικά μετριοπαθής, και την Ολλανδία- δηλαδή την αμυντική βιομηχανία αυτών των χωρών. Άρα, οι επανεξοπλισμοί θα δημιουργήσουν πάλι δύο κατηγορίες χωρών. Οι χώρες εκείνες οι οποίες θα πάρουν ζεστό χρήμα και θα το βάλουν στην αμυντική τους βιομηχανία -και με την εμπλοκή τρίτων χωρών, γιατί υπάρχει και αυτή η διάθεση, που έχει μεγάλη σημασία και εδώ ο ρόλος της Τουρκίας θα πρέπει να μας προβληματίζει- και η άλλη κατηγορία χωρών που θα πρέπει να δαπανήσουν, να αυξήσουν μάλλον τη στρατιωτική τους δαπάνη… Αυτό είναι η ρητορεία της Κομισιόν που ξέρει καλά να κάνει αυτή τη δουλειά, να φτιάχνει κείμενα για να μας πείσει για τη νομιμοποίηση των πρωτοβουλιών που θα πάρει, που επίσης πρέπει να πούμε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχουν αρμοδιότητα στα θέματα της άμυνας… για να δοθεί, ας το πούμε, μια ώθηση στην ευρωπαϊκή οικονομία συγκεκριμένων κρατών, και αυτό θα γίνει στο πλαίσιο πολλαπλών συνεργασιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρών δηλαδή που είναι μέλη της Ένωσης και με τρίτες χώρες αλλά και μέσα στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Δεν υπάρχει ζήτημα εδώ ουσιαστικής αυτονομίας. Ακόμα και το made in Europe, που ανέφερε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, να γίνει αυτός ο επανεξοπλισμός πιο πολύ μέσα στην εγχώρια ευρωπαϊκή αγορά, όταν όμως κοιτάμε τις πραγματικές δυνατότητες, αυτό δεν είναι το θέμα. Το θέμα είναι, πώς η Ευρωπαϊκή Ένωση θα λειτουργήσει ως ένας στρατιωτικός βραχίονας back up (υποβοήθησης) της αμερικάνικης διπλωματίας στην Ουκρανία[15] .

Όλ’ αυτά σημαίνουν διατήρηση και συντήρηση όλων εκείνων των μηχανισμών που κρατούν την Ευρώπη, οικονομικά και πολιτικά, δεμένη στο άρμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Σημαίνουν επίσης προετοιμασίες για να καταστεί ικανή να βοηθήσει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό στην αντιπαλότητά του με τους ανταγωνιστές του, την Κίνα και τη Ρωσία. Σημαίνουν τη δημιουργία ευρωπαϊκών στρατευμάτων, εξοπλισμένων με αμερικάνικο οπλισμό, που θα ριχτεί στα πεδία των μαχών ενάντια στη Ρωσία, ενός πολέμου που θα διεξάγεται μεταξύ ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στο έδαφος της ευρωπαϊκής ηπείρου. Σημαίνουν πως η καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση θα συνεχίσει να υπάρχει για να υπηρετεί τις πολιτικές που εκπονούνται στις ΗΠΑ - αυτή είναι η Ευρώπη που σήμερα διαμορφώνεται από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.

***

Οι κυβερνήσεις των χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ελίτ που στρογγυλοκάθεται στους ευρωπαϊκούς Θεσμούς, πρώην και νυν, έχουν παταγωδώς αποτύχει να διαχειριστούν την οικονομική κρίση και τα αδιέξοδα της οικονομίας της αγοράς. Και η αποτυχία τους δεν οφείλεται στην ανικανότητά τους, που προφανώς δεν τους λείπει, αλλά στο ότι το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται εδώ και κάμποσα χρόνια σε κατάσταση σοβαρών δομικών προβλημάτων. Αυτά διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο, και ο λόγος είναι η ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού, ακόμα και εντός των εθνικών συνόρων μιας χώρας. Είναι πάνω σε αυτή και σύμφωνα με αυτή την ασυμμετρία που καθορίζεται η πορεία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνίας.

Η εξάπλωση του καπιταλισμού στην Κίνα και στη Ρωσία μετά το 1991 είναι μια βασική αλλαγή που επηρέασε την εσωτερική δυναμική του καπιταλισμού, δίνοντάς του παράταση ζωής. Είναι σε αυτά τα χρόνια που αναπτύχθηκε το σημερινό φαινόμενο, όπου έχουμε έναν γερασμένο καπιταλισμό στη Δύση και έναν νεαρό καπιταλισμό στην Κίνα και στη Ρωσία: έναν ιμπεριαλισμό της Ρωσίας που οφείλει τη δύναμή του στα επιτεύγματα της Οκτωβριανής Επανάστασης· έναν καπιταλισμό της Κίνας, που βασισμένος στα επιτεύγματα της εθνικοποιημένης και σχεδιασμένης οικονομίας πέρασε πάρα πολύ γρήγορα στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, και διψώντας για περαιτέρω ανάπτυξη και επέκταση ανοίγει δικούς του δρόμους· και έναν ιμπεριαλισμό της Αμερικής που βρίσκεται σε παρακμή και που στο εσωτερικό του αναπτύσσονται συγκρουσιακές διεργασίες, κάτι που δηλώνει την ύπαρξη κρίσης στους κόλπους της αμερικανικής άρχουσας τάξης – έναν ιμπεριαλισμό που με τις επιβληθείσες πολιτικές των κυρώσεων ενάντια στη Ρωσία τραυμάτισε ακόμα πιο βαριά τη θεμελιακή αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας που τον γέννησε, και οδήγησε στην απώλεια της όποιας εμπιστοσύνης έχαιρε.

Οι τρεις αυτοί ιμπεριαλισμοί οδηγούνται είτε στην αναζήτηση συμφωνιών που θα θεωρηθούν επωφελείς για όλους τους, είτε στην πολεμική αναμέτρηση. Για την ώρα προκρίνεται το πρώτο, επειδή η άμεση εμπλοκή τους σ’ έναν πόλεμο, που πρακτικά θα σημαίνει την έναρξη ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου, δεν θα είναι προς το συμφέρον κανενός. Εκείνος όμως που επείγεται είναι η πλευρά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που εκπροσωπείται από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, η οποία ασκεί πιέσεις για να εξαναγκάσει τους αντίπαλους ιμπεριαλισμούς να έλθουν σε συνεννόηση για τη δημιουργία νέων ρυθμιστικών κανόνων λειτουργίας του συστήματος. Αλλά για την ανάπτυξη αυτών των διεργασιών απαιτείται χρόνος και διαδικασία που δεν θα είναι καθόλου ομαλή. Θα προκληθούν περαιτέρω τριβές, πολιτικές και εμπορικές εντάσεις, μοχλεύσεις διαφόρων προβλημάτων με στόχο την εσωτερική αποσταθεροποίηση χωρών, αναφλέξεις πολέμων, ενεργοποίηση της διπλωματίας και πολλά άλλα.

Σε αυτό το εξελισσόμενο στις μυλόπετρες των τριών ιμπεριαλισμών παγκόσμιο πολιτικοοικονομικό περιβάλλον, οι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής αστικής τάξης, αυτή η κάστα πολιτικών που εμφορείται από μωρία και διαχειρίζεται τον κρατικό μηχανισμό, αρχίζουν να εκδηλώνουν συμπεριφορά που θυμίζει ζώα προς σφαγή. Μέσα στον φαύλο κύκλο των αδιεξόδων τους, χρησιμοποιούν τη Ρωσία ως μπαμπούλα και στρέφονται απελπισμένα προς πολιτικές που έχουν στο επίκεντρό τους τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Αλλά με τέτοιες ενέργειες θα οδηγήσουν τις κοινωνίες σε πιο βαθιά αδιέξοδα και θα προκαλέσουν μεγάλες αναταραχές.

Ήδη, στην Ευρώπη γεννιέται ένα νέο κύμα ριζοσπαστικοποίησης. Στον αγώνα ενάντια στις πολιτικές λιτότητας εισέρχονται νέα στρώματα, που έχουν για βίωμά τους τις συνέπειες της κρίσης και τις πολιτικές διεργασίες των τελευταίων δεκαπέντε περίπου χρόνων. Αυτά τα στρώματα θα αγωνιστούν για την αποτροπή περαιτέρω μαζικής εξαθλίωσης και περιβαλλοντικής καταστροφής που πολλαπλασιάζεται με τη διεξαγωγή των πολέμων, ενάντια στον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και κάθε τι άλλο που επηρεάζει αρνητικά τη ζωή τους. Νέοι αριστεροί ρεφορμιστές ηγέτες και πολιτικοί σχηματισμοί θα κάνουν την εμφάνισή τους. Θα αναζητούν λύσεις στα προβλήματα μέσα από πολιτικές εντός του καπιταλιστικού πλαισίου λειτουργίας της οικονομίας, θα πάρουν αντίθετη κατεύθυνση με το ριζοσπαστικοποιημένο κίνημα και θα οδηγηθούν στην αποτυχία. Αυτή η προοπτική είναι ιστορικά αποδεδειγμένη. Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι εκείνο της συνθηκολόγησης του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και της ηγετικής του κυβερνητικής ομάδας στις απαιτήσεις των Ευρωπαϊκών Θεσμών τον Ιούνιο του 2015. Η τραγικότητα αυτής της συνθηκολόγησης αποτυπώνεται μέσα στα αποτελέσματα της ήττας του εργατικού κινήματος και της υποχώρησής του, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη – άφησε ελεύθερο το πολιτικό πεδίο για την εκλογική άνοδο της ακροδεξιάς.

Καμιά κυβέρνηση -είτε αυτή είναι σχηματισμένη από τη δεξιά, είτε από την ακροδεξιά, είτε από τη σοσιαλδημοκρατία, είτε από συνεργασία τέτοιων δυνάμεων- δεν θα μπορέσει να επιλύσει κανένα πρόβλημα της σημερινής κοινωνίας. Όλα τα προβλήματα πηγάζουν από τη δομική κρίση του συστήματος της αγοράς, γι’ αυτό και η επίλυσή τους περνά μέσα από διαδικασίες ανατροπής του καπιταλισμού. Το ότι αυτό δεν έχει ακόμα συμβεί οφείλεται καθαρά στην απουσία του υποκειμενικού παράγοντα, του επαναστατικού κόμματος που θα κερδίσει την εμπιστοσύνη της εργατικής τάξης και μαζί θα φέρουν σε πέρας το καθήκον του περάσματος της κοινωνίας στον κομμουνισμό.

Η σημερινή περίοδος προσφέρεται για τη διάδοση των μαρξιστικών ιδεών και για το κτίσιμο του επαναστατικού υποκειμενικού παράγοντα, σύμφωνα με την πορεία που χάραξαν και την κληρονομιά που άφησαν ο Καρλ Μαρξ, ο Φρίντριχ Ένγκελς, ο Βλαντίμιρ Λένιν, ο Λέων Τρότσκι και ο Τεντ Γκραντ. Αυτό είναι και το υπέρτατο καθήκον των σημερινών μαρξιστών.

Μιχάλης Δημοσθένους

30 Αυγούστου, 2025

 

[1] James V. McConville and Ryan D. McCarthy (2021). Regaining Arctic Dominance. Ανακτήθηκε στις 19/7/2025 από το https://api.army.mil/e2/c/downloads/2021/03/15/9944046e/regaining-arctic-dominance-us-army-in-the-arctic-19-january-2021-unclassified.pdf

[2] United State Army, (2021). The Arctic as a region of strategic competition στο Regaining Arctic Dominance - The U.S. Army in the Arctic, 15-16. Ανακτήθηκε στις 19/7/2025 από το https://api.army.mil/e2/c/downloads/2021/03/15/9944046e/regaining-arctic-dominance-us-army-in-the-arctic-19-january-2021-unclassified.pdf

[3] Ρουμελιώτου, Χ. (2025). ΗΠΑ Τώρα ξέρουμε τι σημαίνει για τον Τραμπ Πρώτα η Αμερική». Ανακτήθηκε στις 7/8/2025 από το https://www.in.gr/2025/05/16/world/ipa-tora-kseroume-ti-simainei-gia-ton-tramp-prota-ameriki/

[5] Ξηραδάκης, Γ. (2025). Η υποβόσκουσα ναυμαχία ΗΠΑ-Κίνας. Ανακτήθηκε στις 1/8/2025 από το https://www.youtube.com/watch?v=he9S6IOCygc

[6] Alex Burilkov, Katelyn Bushnell, Juan Mejino-Lopez, Thomas Morgan and Guntram B. Wolff (2025). Fit for war by 2023? European rearmament efforts vis-à-vis Russia. Kiel Institute for the World Economy, 8. Ανακτήθηκε στις 27/7/2025 από το https://www.ifw-kiel.de/fileadmin/Dateiverwaltung/IfW-Publications/fis-import/e880656a-f9f2-47d4-845c-136cea3e4b11-Kiel_Report_no3.pdf

[7] Iliadi, D. (2021). Οργή της Ευρώπης για την AUKUS. Ανακτήθηκε στις 17/9/2021 από το https://gr.euronews.com/2021/09/16/orgi-tis-evropis-gia-tin-aukus

[8] Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι και ο Φιλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ.

[9] «Ναυτεμπορική» (2025). Ματέο Σαλβίνι: Απορρίπτουμε το ενδεχόμενο ενός ευρωπαϊκού στρατού υπό τις διαταγές ενός τρελού σαν τον Μακρόν. Ανακτήθηκε στις 23/8/2025 από το https://www.naftemporiki.gr/kosmos/1930499/mateo-salvini-aporriptoyme-to-endechomeno-eyropaikoy-stratoy-ypo-tis-diatages-enos-treloy-san-ton-makron/

[10] SigmaLive (2025). Διπλωματικό επεισόδιο Γαλλίας-Ιταλίας με «απαράδεκτες» δηλώσεις Σαλβίνι. Ανακτήθηκε στις 24/8/2025 από το https://www.sigmalive.com/news/international/1285751/diplomatiko-epeisodio-gallias-italias-me-aparadektes-dilwseis-salvini

[11] ΣΚΑΪ (2025). Γερμανός συνταγματάρχης προς Ευρωπαίους ηγέτες: Να είστε ειλικρινείς… Χρειάζονται δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες για την Ουκρανία. Ανακτήθηκε στις 23/8/2025 από το https://www.skai.gr/news/world/germanos-syntagmatarxis-pros-eyropaious-igetes-xreiazontai-dekades-xiliades-stratiotes-gia

[12] Ο Τζέφρι Σακς είναι καθηγητής οικονομικών και εμπνευστής της «συνταγής του σοκ».

[13] Σακς, Τζ. (2024). Γιατί οι Αμερικανοί ψήφισαν τον Τραμπ – Και γιατί θα απογοητευτούν. Ανακτήθηκε στις 9/3/2025 από το https://gr.euronews.com/2024/11/10/jeffrey-sachs-pan-columbia-giati-oi-amerikanoi-pshfisan-ton-trump-kai-giati-8a-apogohtj

[14] European Commission (2025). Communication from the Commission – Accommodating increased defence expenditure within the Stability and Growth Pact. Ανακτήθηκε στις 4/8/2025 από το https://defence-industry-space.ec.europa.eu/document/download/a57304ce-1a98-4a2c-aed5-36485884f1a0_en?filename=Communication-on-the-national-escape-clause.pdf

[15} Χατζησταύρου, Φ. (2025). Αντιδράσεις ηγετών της Ευρώπης για επανεξοπλισμό και άμυνα. Ανακτήθηκε στις 21/8/2025 από το https://www.youtube.com/watch?v=B7jXJaF8YaQ